Traducción de "recato" en griego

επιφυλακτικότητα, σεμνότητα, συστολή son las principales traducciones de "recato" a griego.

recato noun masculine gramática

Rasgo de ser circunspecto y prudente.

+ Añadir

Diccionario español-griego

  • επιφυλακτικότητα

    ουσιαστικό θηλυκό

    η ιδιότητα αυτού που δεν εκδηλώνει σκέψεις ή συναισθήματα και δεν προβαίνει σε ενέργειες με αμφίβολα αποτελέσματα ούτε αποφασίζει ή διακινδυνεύει κτ. Εύκολα

    Los viejos viven siempre con recato, sabiendo que hay poco que fiar de los hombres.

    Οι γέροι ζουν πάντα με επιφυλακτικότητα, γνωρίζοντας ότι πρέπει να εμπιστεύονται τους ανθρώπους στο ελάχιστο.

  • σεμνότητα

    ουσιαστικό θηλυκό

    1. μη προκλητικότητα στο ντύσιμο 2. μετριοφροσύνη

    Las faldas se alargaron y el recato volvió a imponerse en mangas, escotes y voluntad. 

    Οι φούστες ήταν μάκρυναν και η σεμνότητα επικράτησε για άλλη μια φορά σε μανίκια, λαιμόκοψη και θέληση.

  • συστολή

    ουσιαστικό θηλυκό

    η κοινωνική διστακτικότητα, η ντροπαλότητα

    Maldijo en voz alta, sin recato alguno.

    Έβρισε δυνατά, χωρίς καμία συστολή.

  • Traducciones menos frecuentes

    • σωφροσύνη
    • σύνεση
    • φρόνηση
  • Mostrar traducciones generadas algorítmicamente

Traducciones automáticas de " recato " a griego

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Frases similares a "recato" con traducciones al griego

  • ασυστόλως
  • επιφυλακτικός · συνεσταλμένος · συνετός
Añadir

Traducciones de "recato" a griego en contexto, memoria de traducción