Traducción de "penar" en griego

τιμωρώ, υποφέρω son las principales traducciones de "penar" a griego.

penar verb gramática

Sentir físicamente un daño, un dolor, una enfermedad o un castigo.

+ Añadir

Diccionario español-griego

  • τιμωρώ

    verb

    επιβάλλω σε κπ., που παραβαίνει ένα νόμο ή μια διαταγή, κτ. δυσάρεστο, δηλαδή στέρηση, καταναγκασμό, σωματικές κακώσεις κτλ., ως μέσο σωφρονισμού, παραδειγματισμού ή αντεκδίκησης: Ο φόνος τιμωρείται αυστηρά από το νόμο.

  • υποφέρω

    αισθάνομαι πολύ δυσάρεστα εξαιτίας σωματικού πόνου, δυσφορίας ή από ποικίλες στερήσεις, βάσανα και ταλαιπωρίες

  • Mostrar traducciones generadas algorítmicamente

Traducciones automáticas de " penar " a griego

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Frases similares a "penar" con traducciones al griego

  • στραπόν
  • του κώλου · χάλια
  • επί ποινή
  • στραπόν
  • αξίζει τον κόπο
  • εκτέλεση · θανάτωση · θανατική ποινή · καταδίκη εις θάνατον · καταδίκη σε θάνατο
  • έσχατη ποινή · εκτέλεση · θανάτωση · θανατική ποινή · καταδίκη εις θάνατον · καταδίκη σε θάνατο
  • αναστολή εκτελέσεως της ποινής
Añadir

Traducciones de "penar" a griego en contexto, memoria de traducción