Traducción de "limitado" en griego
μετρημένος, πεπερασμένο, περιορισμένος son las principales traducciones de "limitado" a griego.
Que no puede desplazarse libremente.
-
μετρημένος
μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)(συνήθ. Στον πληθυντικό) που είναι ολιγάριθμος
Él dice que nuestros días son limitados, y que debemos arrepentirnos.
Λέει ότι οι μέρες μας είναι μετρημένες και ότι πρέπει να μετανοήσουμε.
-
πεπερασμένο
neuterSólo una cantidad limitada de tiempo me queda para aparearme.
Μόνο ένα πεπερασμένο χρονικό διάστημα αριστερά για μένα να ζευγαρώσουν.
-
περιορισμένος
μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)1. που έχει περιοριστεί 2. που είναι πιο λίγος ή κατώτερος απ’ το κανονικό ή το απαραίτητο 2. που τον έχουν περικόψει, μειώσει, ελαττώσει
Esos temas atraen un público limitado.
Αυτά τα θέματα προσελκύουν ένα περιορισμένο κοινό.
-
Mostrar traducciones generadas algorítmicamente
Traducciones automáticas de " limitado " a griego
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Frases similares a "limitado" con traducciones al griego
-
Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης · εταιρεία περιορισμένης ευθύνης
-
περιοχή κατοικιών με διευθετήσεις για τη μείωση
-
περιορισμένος λογαριασμός
-
όριο
-
αγγίζω · ανακόπτω · οριοθετώ · περιορίζω · φτάνω · όριο